Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΚΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΚΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ
Ο μοναχισμός αποτελεί πρώιμο φαινόμενο της οργανωμένης χριστιανικής εκκλησίας.

Η χαλάρωση των ηθών στην εκκλησία κατά την ύστερη ρωμαϊκή και την πρώιμη βυζαντινή περίοδο, η κατάπτωση του πνευματικού βίου στις χριστιανικές κοινότητες των πόλεων, η αναστάτωση του εκκλησιαστικού βίου από την εμφάνιση αιρέσεων και σχισμάτων, ή ακόμη και η παρουσία μορφών αναχωρήσεως άλλων θρησκειών, είχαν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη του ασκητικού ιδεώδους από τους χριστιανούς ως μέσου πνευματικής τελειώσεως. Τούτο εκφράσθηκε με ποικίλες μορφές συλλογικής και προσωπικής πνευματικότητας.
 
Πνευματική “ιδιαίτερη πατρίδα” του μοναχισμού, ακόμη και αν αυτός αναπτύχθηκε αυτόνομα και σε άλλες περιοχές, θεωρείται η Αίγυπτος. Και τούτο λόγω των εκεί διάσημων εκπροσώπων του και τη μυθική εικόνα της “μεγάλης ερήμου” της Αιγύπτου ως τόπου απόλυτης απομονώσεως και σκληρής ασκήσεως.
 
Πρώιμη μορφή μοναχισμού αποτελεί ο αναχωρητισμός, με εισηγητή το Μέγα Αντώνιο (+356), ενώ την ίδια περίοδο ο άγιος Παχώμιος (+346) καθιερώνει το κοινοβιακό σύστημα ασκήσεως. Κοινό γνώρισμα τόσο της μεθόδου αναχωρήσεως του Μ. Αντωνίου όσο και του παχωμιανού κανόνος είναι η προτεραιότητα η οποία δίδεται στην ατομική άσκηση και την αυτόνομη πνευματικότητα. Ωστόσο, ο μοναχισμός της Μικράς Ασίας, στην περιοχή της Καππαδοκίας, που ανθεί την ίδια εποχή, με τη βαθιά επίδραση τώνΌρων του Μεγάλου Βασιλείου, πέραν από τον “θεωρητικό βίο” φαίνεται να ευνοεί τη συμμετοχή των μοναστικών κοινοτήτων σε διακονήματα κοινωνικής ευποιΐας.
 
Εκτός από την Αίγυπτο και την Καππαδοκία ο μοναχισμός γνώρισε ευρύτατη ανάπτυξη στις περιοχές της Αντιόχειας, της Κοίλης Συρίας (μέ ιδιαίτερη μορφή το στυλιτισμό), της Μεσοποταμίας και της Παλαιστίνης.
 
Το μοναχικό κίνημα της Ανατολής, πολύ σύντομα, μεταλαμπαδεύτηκε στην πρωτεύουσα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η πρώτη γνωστή μονή στην Κωνσταντινούπολη, η μονή Δαλμάτου, μαρτυρείται στα 382, ενώ στα τέλη του 6ου αι. ανέρχονται σε 92.
 
Στους επόμενους αιώνες ο μοναχισμός της Μικράς Ασίας, επαρχίας πλούσιας και ισχυρής, θα γνωρίσει ακόμη μεγαλύτερη άνθηση με την εμφάνιση σημαντικών κοινοτήτων στον Όλυμπο της Βιθυνίας και στο Λάτρο της Μιλήτου και τη δραστηριοποίησή τους στον αγώνα κατά της εικονομαχίας.
 
Στο πνευματικό κλίμα ειδικά της Βιθυνίας ανδρώνεται ανάμεσα στον 8ο και 9ο αιώνα ο μεγάλος αναμορφωτής του βυζαντινού μοναχισμού Θεόδωρος Στουδίτης.
 
Οι αρχές του μοναχικού βίου, όπως διατυπώνονται από το Θεόδωρο στις Κατηχήσεις και στο Τυπικόν της μονής του, αποσκοπούν στην επιβολή απόλυτης ευταξίας στη λατρευτική ζωή αλλά και στον καθημερινό βίο των μοναχών. Οι όροι που εισάγει θα ασκήσουν βαθιά επίδραση, λίγο αργότερα, στην οργάνωση του αθωνικού κοινοβιατικού μοναχισμού.
 
Τον 9ο αιώνα, στα πλαίσια της νέας ηγεμονικής πολιτικής που χαράσσει η αναγεννημένη εκκλησία υπό τον πατριάρχη Φώτιο, οι μοναχοί καλούνται να επιτελέσουν έργο με ευρύτερες προεκτάσεις.
 
Για τον εκχριστιανισμό των βόρειων γειτόνων θα επιλεγούν δύο αδελφοί μοναχοί, οι Θεσσαλονικείς Κωνσταντίνος-Κύριλλος και Μεθόδιος. Η πνευματική αφομοίωση των σλαβικών φύλων της νότιας Βαλκανικής θα συντελεσθεί με τη συστηματική ιεραποστολική δραστηριότητα μοναχών.
 
Στον κυρίως ελλαδικό χώρο, στον οποίο ώς τον 9ο αι. οι μαρτυρίες για την παρουσία οργανωμένου μοναστικού βίου σπανίζουν (άν και αρχαιολογικές μαρτυρίες υποδηλώνουν την ύπαρξη μονών στη Θάσο τη Δήλο και την Κρήτη ήδη στα παλαιοχριστιανικά χρόνια), με άξονα τη Θεσσαλονίκη, τη Λάρισα και την Πάτρα, η ιεραποστολική δραστηριότητα βαίνει παράλληλα με την ίδρυση μονών. Στην Πελοπόννησο οι αδελφοί Συμεών και Θεόδωρος ιδρύουν τη μονή του Μεγάλου Σπηλαίου, ενώ η παρουσία της βυζαντινής εκκλησίας στη Μακεδονία τονίζεται κατά τον 9ο αι. με την ίδρυση μεγάλων μοναστηριακών κέντρων στη Χαλκιδική (μονές του οσίου Ευθυμίου και του Ιωάννου Κολοβού).
 
Η δράση των μοναχών ιεραποστόλων ή αναχωρητών στην Ελλάδα θα κορυφωθεί κατά τον 10ο αι. με κύριους εκφραστές τους αγίους Νίκωνα Μετανοείτε, Λουκά Στειριώτη και Αθανάσιο Αθωνίτη.
 
Η συστηματική δραστηριότητα των μοναχών συνδέεται άμεσα με τις προσπάθειες της βυζαντινής διοικήσεως για πολιτική και εκκλησιαστική αναδιοργάνωση της Βαλκανικής, με επιμέρους στόχους την ενίσχυση της άμυνας, την επέκταση της βυζαντινής επιρροής στους γύρω χριστιανικούς λαούς και την εξουδετέρωση των προσπαθειών της Ρώμης για διείσδυση σε ζωτικές για την αυτοκρατορία περιοχές.
 
Στην πνευματική αυτή επιστράτευση εγγράφεται και η ίδρυση του πρώτου μοναστηριού στο Άγιον Όρος, της μονής της Μεγίστης Λαύρας στα 963. Ιδρυτής της υπήρξε ο άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, ένας ιδιαίτερα δραστήριος και προικισμένος μοναχός, μέλος της ανώτερης κοινωνίας των αυλικών και αξιωματούχων της Κωνσταντινουπόλεως και προσωπικός φίλος του βυζαντινού αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά. Το γεγονός της εμφανίσεως ενός μεγάλου κοινοβίου δεν σημαίνει μόνο την απαρχή μιας νέας περιόδου στη βίωση του ασκητικού ιδεώδους στον Αθω, αλλά καθιστά τον ελλαδικό χώρο ευρύτερα κέντρο πνευματικής εξορμήσεως προς τα Βαλκάνια και τη χριστιανική Ανατολή.
 
Το ευνοϊκό κλίμα που δημιουργήθηκε για την ανάπτυξη του Αθωνικού μοναχισμού από τους ιδεολογικούς και πολιτικούς προσανατολισμούς της ακμαίας αυτοκρατορίας μετά το δεύτερο μισό του 10ου αιώνα και εξής, ενισχύθηκε και από το αίσθημα ασφάλειας το οποίο αποκαταστάθηκε μετά την ήττα και την εκδίωξη των Αράβων από την Κρήτη το 961 και την εξάλειψη της πειρατείας από τις περιοχές του Αιγαίου. Αντίθετα, οι άλλοτε ονομαστές μοναστικές κοινότητες της Μικράς Ασίας υπέστησαν τις συνέπειες της εισβολής και εγκαταστάσεως των Σελτζούκων Τούρκων, της ήττας του Ματζικέρτ (1071) και σταδιακά παρήκμασαν.
 
Ο όσιος Αθανάσιος, ασφαλώς, δεν έκτισε το μοναστήρι του σε έρημη χώρα. Εγκαταστάθηκε σε μια περιοχή στην οποία είχε ήδη δημιουργηθεί μία αναχωρητικής φύσεως μοναστική παράδοση, με αποδοχή εκ μέρους των βυζαντινών αυτοκρατόρων και μέ, έστω και χαλαρό, καθεστώς κεντρικής διοικήσεως.
 
Πιθανόν ήδη κατά την εποχή της δεύτερης εικονομαχίας, στις αρχές του 9ου αιώνα, εικονολάτρες μοναχοί από τις γειτονικές περιοχές της Μακεδονίας να είχαν καταφύγει για κάποια περίοδο στον Αθω προκειμένου να αποφύγουν τους κραδασμούς των εικονομαχικών διώξεων, οι οποίοι όμως, όπως φαίνεται, υπήρξαν ιδιαίτερα ήπιοι στην περιοχή.
 
Οι πρώτες πληροφορίες, αν και όχι ιδιαίτερα συγκεκριμένες, για την παρουσία ασκητών, και μάλιστα επώνυμων, ανάγονται στα τέλη του 8ου ή στις αρχές του 9ου αιώνα. Την εποχή αυτή τοποθετείται η παρουσία του οσίου Πέτρου του Αθωνίτου, ο οποίος φέρεται να ασκήτευσε στη σημερινή περιοχή των Καυσοκαλυβίων. Λίγο μετά τα μέσα του 9ου αιώνα καταφεύγει στον Αθω για να ασκητεύσει προσωρινά ο όσιος Ευθύμιος, μετέπειτα ιδρυτής μεγάλης μονής στα Βρασταμού (σημερινά Βραστά) της Χαλκιδικής.
 
Πάντως οι μοναχοί της χερσονήσου πριν τα μέσα του 9ου αιώνα πρέπει να συγκροτούσαν σχετικά ευάριθμη και γνωστή αναχωρητική κοινότητα ώστε να προσκληθούν από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με μαρτυρία του ιστορικού Γενεσίου, μοναχοί από τον Αθω παρευρέθηκαν στις πανηγυρικές τελετές για την αναστήλωση των εικόνων το 843.
 
Στα 883 οι Αθωνίτες ασκητές δέχονται τα πρώτα αυτοκρατορικά προνόμια. Ο αυτοκράτορας Βασίλειος ο Α΄, με σιγίλλιο, απαγορεύει στους δημόσιους λειτουργούς να εισπράττουν οιονδήποτε φόρο από τους μοναχούς και θέτει φραγμό στην είσοδο των κατοίκων της Ιερισσού και των ζώων τους στην περιοχή του Αγίου Όρους. Ο γιός του Λέων ΣΤ΄ο Σοφός το 908 αναγνώρισε την ανεξαρτησία του Αθω έναντι της παρά την Ιερισσό μεγάλης μονής του Κολοβού και επικύρωσε το ανενόχλητο των Αθωνιτών. Το 941-942 ο αυτοκράτορας Ρωμανός ο Λεκαπηνός εγκαινιάζει τη χρηματική επιχορήγηση των μοναχών, γνωστή ως “ρόγα” με ένα χρυσό νόμισμα ετησίως. Ένα χρόνο αργότερα, το 943, ο στρατηγός Θεσσαλονίκης Κατακαλών, μετά από βασιλική εντολή, οριοθετεί τη γή των Αθωνιτών. Τα όρια αυτά, με μικρές μεταβολές, ισχύουν ώς σήμερα.
 
Στις αρχές του 10ου αιώνα, παρά τη διασπορά τους σε όλη τη χερσόνησο, οι μοναχοί έχουν ήδη οργανώσει κάποιους θεσμούς κεντρικής διοικήσεως. Στα 908 μνημονεύεται για πρώτη φορά ο πρώτος του Αθω, ο οποίος εδρεύει στις Καρυές, πνευματικός ηγήτορας, διαιτητής και εκπρόσωπος της κοινότητας προς τον κόσμο και καθιερώνονται τρεις ετήσιες συνάξεις του συνόλου των μοναχών για την επίλυση των κοινών υποθέσεων: τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και το Δεκαπενταύγουστο. Την ίδια εποχή κάνουν την εμφάνισή τους και μεγαλύτερες μοναστικές εγκαταστάσεις όπως η μονή του οσίου Παύλου του Ξηροποταμηνού και η μονή του Κλήμεντος (η οποία συγχωνεύθηκε αργότερα με τη μονή Ιβήρων) και τα Βουλευτήρια, κοντά στη σημερινή σκήτη της Αγίας Αννης.
 
Ωστόσο ο ερημικός, αναχωρητικός και ακτήμων βίος των αναχωρητών εν πολλοίς συνεχίζεται καί, όπως αποτυπώνεται στις πηγές της εποχής, είναι ιδιαίτερα τραχύς και δύσκολος. Ζούν σε πρόχειρα καταλύματα και εξασφαλίζουν την επιβίωσή τους κυρίως με τα προϊόντα του δάσους. Η κατάσταση αυτή δεν μεταβάλλεται ώς τα μέσα του επόμενου αιώνα, όταν ο όσιος Αθανάσιος φθάνει και περιηγείται τον Αθωνα. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του τρόπου διαβιώσεως των μοναχών στο Βίο του οσίου: Και γάρ ήν αυτοίς ατεχνώς κατά το άδόμενον άσπαρτα και ανήροτα πάντα· ου γάρ ήρουν, ουκ αύλακα έτεμνον, ου βούν είχον, ουχ υποζύγιον, ουκ άλλο τι των αχθοφόρων ζώων, ου κυνάριον, ου κύνα, αλλά καλύβας εκ μικρών πηξάμενοι ξύλων και οροφήν αυταίς εκ χόρτου συμφορηθείσαν επισχεδιάσαντες, ούτως εν θέρει, ούτως εν χειμώνι διεκαρτέρουν, των εναντίον του αέρος ανεχόμενοι προσβολών […]. Τροφή δε αυτοίς μετά την πνευματικήν η σωματική άσκευος πάσα και απέριττος και το όλον όρειος· […] των γάρ αγρίων δένδρων συλλέγοντες τους καρπούς αυτοσχέδιον εαυτοίς παρετίθουν την τράπεζαν […].
 
Η άφιξη του Αθανασίου στον Αθω και η οικοδόμηση της Μεγίστης Λαύρας τάραξαν την ηρεμία των ταπεινών ερημιτών. Ο εσωτερικός οργανισμός της νέας μονής και οι πολλαπλές οικοδομικές και οικονομικές δραστηριότητες που ανέπτυξε φάνηκαν ως μεγάλη καινοτομία που εισαγόταν στο Άγιον Όρος. Είναι η πρώτη φορά που ιδρύεται εδώ μεγάλο κοινόβιο με συγκεντρωτικό εσωτερικό καθεστώς λειτουργίας.
 
Κτήτορας της μονής είναι ο ίδιος ο αυτοκράτορας, ενώ μετά το θάνατό του αυτή θα παραμείνει ελεύθερη, αυτοδέσποτη και αυτεξούσια. Γίνεται, δηλαδή, ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου υπό την αυτοκρατορική προστασία. Τη διοίκηση ασκεί αποκλειστικά ο ηγούμενος, ο οποίος πριν πεθάνει ορίζει το διάδοχό του, συνεπικουρούμενος από συμβούλιο έγκριτων μοναχών.
 
Για την ίδρυση της μονής της Λαύρας φαίνεται ότι διατέθηκαν ευθύς εξαρχής μεγάλα οικονομικά μέσα. Μόνον για την έναρξη των εργασιών ο Νικηφόρος Φωκάς διέθεσε έξι λίβρες χρυσού, ενώ ο ίδιος ο Αθανάσιος διέθεσε μέγα μέρος από την προσωπική του περιουσία.
 
Για το χαρακτήρα του νέου αυτού τύπου μοναστηριακού ιδρύματος, το οποίο θα αποτελέσει και το μοντέλο των μονών που θα ιδρυθούν πολύ σύντομα στον Αθω, σημαντικώτατο γεγονός αποτελεί η πολιτική του Αθανασίου για την ανάπτυξη της οικονομίας του μοναστηριού και την αξιοποίηση της γής. Ο καινοτόμος μοναχός, εκτός από το μεγάλο συγκρότημα που ανεγείρει, επιχειρεί εκχερσώσεις και καλλιέργεια χέρσων και άγονων γαιών μέσα στον Αθω και αξιοποιεί την περιουσία εγκαταλειμμένων μονυδρίων. Αναπτύσσει νέες τεχνικές στη γεωργία. Εισάγει στο Άγιον Όρος τα άγνωστα ώς τότε καλλιεργητικά ζευγάρια βοδιών και κατασκευάζει σύστημα υδρεύσεως. Χρησιμοποιεί σύγχρονη για την εποχή του τεχνολογία για την κίνηση των υδρομύλων και των μηχανημάτων παρασκευής του ψωμιού. Κατασκευάζει ή αγοράζει πλοία, κτίζει αποθήκες για τα εμπορεύματα και οίκημα για την παραμονή των ναυτών.
 
Η νέα μονή-πρότυπο, μολονότι εξελίσσεται ταχύτατα και σε κέντρο μεγάλης γεωργικής και βιοτεχικής παραγωγής, δεν αλλοίωσε τις αρχές του μοναστικού βίου. Οι προθέσεις του ιδρυτή της δεν άφηναν περιθώρια για παρεκκλίσεις. Ο όσιος Αθανάσιος παρέμεινε ένας αυστηρός ασκητής, ο οποίος επέβαλε αυστηρούς κανόνες διαβιώσεως, απαιτώντας παράλληλα συστηματική εργασία από τους μοναχούς του.
 
Παρ όλα αυτά η σταδιακή μετατροπή του Αθω από τόπου καταφυγής ερημιτών και αναχωρητών σε κέντρο κοινοβιακού μοναχισμού δημιούργησε τριβές και διενέξεις. Οι παλαιοί μοναχοί δεν φαίνεται να ενοχλήθηκαν τόσο από το νέο για αυτούς καθεστώς βιώσεως του ασκητικού ιδεώδους. Οργανωμένα μεγάλα κοινόβια λειτουργούσαν από αιώνες τόσο στην Κωνσταντινούπολη όσο και σε όλη την αυτοκρατορία και ο κοινοβιατισμός αποτελούσε κυρίαρχη μέθοδο μοναστικού βίου την εποχή αυτή. Οι αντιρρήσεις τους προέρχονταν από το διάχυτο φόβο συγχωνεύσεως και εξαφανίσεως των μονυδρίων τους από την επικράτηση νέων και δυναμικών καθιδρυμάτων.
 
Στο διάδοχο του Φωκά, αυτοκράτορα Ιωάννη Τζιμισκή, έλαχε ο κλήρος να επιλύσει τα αναφυέντα προβλήματα. Για το σκοπό αυτό έστειλε στον Αθωνα το μοναχό της μονής Στουδίου Ευθύμιο με εντολή να εξετάσει την κατάσταση καί, σε συνεργασία με κοινοβιάτες και αναχωρητές, να συντάξει τον κανονισμό λειτουργίας της μοναστικής κοινότητας.
 
Αποτέλεσμα της συνεργασίας υπήρξε η σύνταξη του πρώτου Τυπικού του Αγίου Όρους, το οποίο υπογράφηκε από τον τότε πρώτο Αθανάσιο, τον ομώνυμο όσιο Αθανάσιο, ηγούμενο της Λαύρας και σαράντα έξι ακόμη ηγουμένους αθωνικών μονυδρίων. Ο αυτοκράτορας, στα 972, επικύρωσε το Τυπικό. Το πρωτότυπο του σπάνιου αυτού εγγράφου, το οποίο επονομάσθηκε και Τράγος, γιατί γράφηκε σε χονδρή περγαμηνή, υπογραμμένο ιδιοχείρως από τον Ιωάννη Τζιμισκή, και που χαρακτηρίζεται ως ο πρώτος καταστατικός χάρτης του Αγίου Όρους, σώζεται ώς σήμερα και φυλάσσεται στην Ιερά Κοινότητα ως το πολυτιμότερο αρχειακό κειμήλιο του Αγίου Όρους.
 
Το Τυπικό του 972, ρυθμίζει τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες της κεντρικής διοικήσεως του Αγίου Όρους, δηλαδή του πρώτου, των αξιωματούχων του Πρωτάτου καθώς και της Συνάξεως των Καρυών, οριοθετεί τις σχέσεις τους με τους μοναχούς και προσδιορίζει τις σχέσεις μεταξύ των διάφορων κατηγοριών μοναχών. Παρ όλο όμως ότι προστατεύει το αρχαίο καθεστώς των αναχωρητών, φαίνεται σαφώς να αναγνωρίζει την υπεροχή του κοινοβιακού συστήματος ως μεθόδου ασκητικού βίου στον Αθω.
 
Το Τυπικό του Τζιμισκή συμπληρώθηκε και προσαρμόσθηκε στις νέες πραγματικότητες που δημιουργήθηκαν με το Τυπικό που εκδόθηκε το 1045, επί της βασιλείας του Κωνσταντίνου του Μονομάχου. Ένα τρίτο, σχεδόν νέο τυπικό, το οποίο χρονολογείται στους όψιμους βυζαντινούς χρόνους, στα 1406, και σε μεγάλο βαθμό ασχολείται με την εσωτερική διοίκηση των μονών και τις σχέσεις των μοναχών με τους ηγήτορές τους, εκδόθηκε από τον αυτοκράτορα Μανουήλ Η΄Παλαιολόγο.
 
Η ίδρυση της Λαύρας και η πολυσχιδής δράση του Αθανασίου έδωσαν την ώθηση για τη συγκρότηση και άλλων κοινοβίων από διάσημους άνδρες, συνδεδεμένους άμεσα ή έμμεσα μαζί του. Το 979/80 οι Ίβηρες (Γεωργιανοί) ευγενείς Ιωάννης Τορνίκιος και ο γιός του Ευθύμιος, εφοδιασμένοι με βασιλικά προνόμια και επιχορηγήσεις, ανεγείρουν τη μονή των Ιβήρων, ενώ λίγο αργότερα τρεις πλούσιοι μεγιστάνες από την Αδριανούπολη, οι Αθανάσιος, Νικόλαος και Αντώνιος, ιδρύουν τη μονή Βατοπαιδίου.
 
Από τα τέλη του 10ου αιώνα η ίδρυση μοναστηριών θα λάβει εκπληκτικά γρήγορους ρυθμούς. Γύρω στο 1000 στην Αθωνική χερσόνησο μαρτυρούνται περισσότερα από σαράντα ένα μοναστήρια. Μοναχοί αλλοεθνείς από διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας συρρέουν στο ονομαστό πλέον όρος. Όσο ζούσε ακόμη ο όσιος Αθανάσιος εγκαταστάθηκαν οι πρώτοι Ιταλοί μοναχοί από το Αηά ά, οι οποίοι λίγο αργότερα ίδρυσαν τη μονή των Αμαλφηνών. Την ίδια περίπου εποχή μνημονεύονται οι μονές του Σικελού, του Παφλαγόνος,τού Χάλδου και στις αρχές του 11ου αιώνα η μονή του Ρώσου. Μονύδρια, τα οποία θα εξελιχθούν σε μεγάλες μονές και θα συνεχίσουν το βίο τους ώς σήμερα, έχουν τις απαρχές τους στην ίδια περίοδο. Η μονή Ζωγράφου συγκροτήθηκε πριν το 980 από το βυζαντινό ζωγράφο=αγιογράφο Γεώργιο. Στη δραστηριότητα του οσίου Παύλου του Ξηροποταμηνού ο οποίος πριν το 956 ίδρυσε τη μονή του Αγίου Νικηφόρου (σημερινή μονή Ξηροποτάμου), οφείλεται και η ίδρυση, πριν το 980 της μονής Αγίου Παύλου (πού αρχικά έφερε την ονομασία Ξηροποτάμου). Οι μονές Ξενοφώντος, Εσφιγμένου και η πρώτη μονή Χελανδαρίου κάνουν την εμφάνισή τους πριν τα τέλη του 10ου αι.
 
Ώς τα τέλη του 12ου αιώνα ο διορθόδοξος και οικουμενικός χαρακτήρας του αθωνικού μοναχισμού είναι παγιωμένος. Πριν το 1142 θα ιδρυθεί μοναστήρι που θα μονάζουν Ρώσοι μοναχοί, το 1198 θα παραχωρηθεί στο Σέρβο μοναχό-βασιλέα Συμεών Νεμάνια και στο γιό του άγιο Σάββα η ερειπωμένη μονή του Χιλανδαρίου, και αργότερα η μονή Ζωγράφου θα αποτελέσει το καθίδρυμα Βουλγάρων μοναχών.
 
Η αυτοκρατορική πολιτική καθ όλη τη βυζαντινή περίοδο, με ελάχιστες εξαιρέσεις, υπήρξε ιδιαίτερα ευνοϊκή για το Άγιον Όρος. Σχεδόν όλα τα μοναστήρια ονομάσθηκαν σε κάποια εποχή του βίου τους “βασιλικαί μοναί”, δηλαδή βασιλικά ιδρύματα προστατευόμενα από τις επεμβάσεις πολιτικών και εκκλησιαστικών αξιωματούχων. Προνόμια, φοροαπαλλαγές και δωρεές βασιλέων αλλά και αξιωματούχων τα καθιστούν εύρωστους οικονομικούς οργανισμούς που επιτρέπουν την επιτέλεση του πνευματικού τους έργου.
 
Η ιστορική πορεία των ιδρυμάτων του Αγίου Όρους μόνο μέχρις ενός σημείου ακολουθεί τις ιστορικές τύχες της αυτοκρατορίας. Έτσι η σταδιακή παρακμή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη συρρίκνωση των αθωνικών μονών. Αντίθετα, ιδίως ο 14ος αιώνας θεωρείται ως περίοδος μεγάλης αναγεννήσεως. Ο ησυχασμός, ως πνευματικό κίνημα το οποίο γεννιέται και αναπτύσσεται στον Αθω, ανανεώνει το ασκητικό ιδεώδες και καθιστά εκ νέου το χώρο αυτό κέντρο πνευματικής ακτινοβολίας προς τους σλαβικούς λαούς των Βαλκανίων και της Ρωσίας.
 
Στη φθίνουσα πολιτικά και οικονομικά αυτοκρατορία των Παλαιολόγων, σε μια περίοδο εμφύλιων πολέμων και καθολικής αναταραχής στο χώρο των Βαλκανίων νέες μονές ιδρύονται ή αναβιώνουν στον Αθω. Στο κέντρο της χερσονήσου, κοντά στις Καρυές, ανακτίζεται με επέμβαση Βλάχων ηγεμόνων η μονή Κουτλουμουσίου και στην ανατολική ακτή ο μέγας στρατοπεδάρχης Αλέξιος και ο αδελφός του μέγας πριμικίριος Ιωάννης ιδρύουν τη μονή Παντοκράτορος. Στη δυτική ακτή ο Σέρβος δεσπότης Ιωάννης Ούγκλεσης αναδεικνύει ουσιαστικά το μοναστήρι της Σιμωνόπετρας, και ο Τραπεζούντιος όσιος Διονύσιος κτίζει το ομώνυμο μοναστήρι του Διονυσίου το οποίο ευεργετήθηκε δαψιλώς από τον αυτοκράτορα της Τραπεζούντος Αλέξιο Γ΄Κομνηνό. Νοτιώτερα, λίγο μετά το 1380 και μετά από αιώνες ερημώσεως, οι Σέρβοι μοναχοί από αριστοκρατική γενιά Γεράσιμος Ραδόνιας και Αντώνιος Παγάσης ανασυγκρότησαν τη μονή Αγίου Παύλου. Τέλος, μάλλον στις αρχές του 15ου αιώνα, δημιουργείται η μονή Γρηγορίου.
 
Το 1423 το Άγιον Όρος υπήχθηκε οριστικά στην οθωμανική επικράτεια. Το τέλος της βυζαντινής χριστιανικής βασιλείας και η νέα πολιτειακή πραγματικότητα, ασφαλώς επέφεραν σημαντικές αλλαγές στους πολιτικούς προσανατολισμούς των Αγιορειτών και δημιούργησαν επώδυνους οικονομικούς κραδασμούς. Επιπλέον επέφεραν σταδιακά μεταβολές στους βασικούς θεσμούς της Αθωνικής πολιτείας. Ωστόσο οι διαφοροποιήσεις και οι μεταβολές επήλθαν με εξαιρετική βραδύτητα και η προσαρμογή στις νέες πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες δεν αλλοίωσαν τις πνευματικές αρχές του μοναστικού βίου.
 
Η αναγκαία συνεννόηση με τις οθωμανικές αρχές είχε πρωταρχικό στόχο τη διατήρηση της αυτονομίας της αγιορειτικής κοινότητας και τη διάσωση της κτηματικής περιουσίας των μονών.
 
Η πολιτική των σουλτάνων απέναντι στους μοναχούς, σε σύγκριση με την αντιμετώπιση των κατακτημένων χριστιανικών πληθυσμών, υπήρξε καταρχήν ευνοϊκή. Η αυτονομία του τόπου έγινε σεβαστή και η φορολογία που επιβλήθηκε ειδικά στην εντός της αθωνικής χερσονήσου ακίνητη περιουσία των μονών υπήρξε ήπια. Επιβλήθηκε κατ αποκοπήν φόρος για όλο το Άγιον Όρος και η διανομή του αφέθηκε στη διάκριση των μοναστικών αρχών. Η προσπάθεια των μοναχών να ισχύσει το ίδιο καθεστώς και για τα εκτός Αγίου Όρους κτήματα υπήρξε μόνο μερικώς επιτυχής.
 
Παρόλο που η άμεση φορολογία δεν υπήρξε, πλην ορισμένων περιόδων, ιδιαίτερα επαχθής, οι έκτακτοι φόροι και τα δοσίματα αλλά προπάντων η αυθαιρεσία των φορολογικών υπαλλήλων επιβάρυναν δυσβάσταχτα τις μονές. Πολυάριθμα φιρμάνια, που σώζονται στα αρχεία και εκδόθηκαν μετά από αίτηση των μονών, υποδεικνύουν τις προσπάθειες των σουλτάνων να θεραπεύσουν το πρόβλημα αλλά και την έκταση του φαινομένου.
 
Τα μεγάλα και πλούσια μετόχια που εκτείνονταν κυρίως στην κεντρική και ανατολική Μακεδονία (Χαλκιδική, περιοχές Θεσσαλονίκης και Στρυμώνος) καθώς και στα νησιά του βόρειου Αιγαίου δεν φαίνεται να έμειναν αλώβητα. Η ολική ή μερική δήμευση και η παραχώρηση σε οθωμανούς τιμαριούχους ή η υπαγωγή στις σουλτανικές γαίες μεγάλων προσοδοφόρων εκτάσεων συρρίκνωσαν δραστικά τα εισοδήματα οδηγώντας πολλά μοναστήρια σε μαρασμό. Βαρύ οικονομικό πλήγμα υπήρξε ένα έκτακτο διοικητικό μέτρο στα 1568/1569. Ο σουλτάνος Σελίμ Β΄ δήμευσε ολοκληρωτικά τις περιουσίες των μονών και τις υποχρέωσε να τις εξαγοράσουν. Η εξαγορά κόστισε στο Άγιον Όρος συνολικά δέκα τέσσερεις χιλιάδες χρυσά φλωρία.
 
Στις θεσμικές αλλά και αυθαίρετες επεμβάσεις των οθωμανικών αρχών ήλθαν να προστεθούν και άλλα ατυχή συμβάντα. Φυσικές καταστροφές από σεισμούς, ολέθριες πυρκαγιές, πειρατεία, ληστρικές επιδρομές και πολεμικές επιχειρήσεις εξουδετέρωναν πολλές φορές τις προσπάθειες ανορθώσεως των μοναστηριών, και οδηγούσαν σε υπέρογκους δανεισμούς με όλες τις γνωστές παρενέργειες που αυτοί επιφέρουν.
 
Στους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας οι αθωνικές μονές, σχεδόν στο σύνολό τους, προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην οικονομική επιβίωση και στη στοιχειώδη συντήρηση και αξιοποίηση της περιουσίας που μπόρεσαν να συγκρατήσουν.
 
Η παραγωγή αυτής καθαυτής της αθωνικής χερσονήσου εξασφάλιζε κατ αρχήν τα στοιχειώδη προς το ζήν, εφόσον η επ αυτής φορολογία συμψηφιζόταν με τον κεφαλικό φόρο. Κήποι και αμπελοκαλλιέργεια, υλοτόμηση δασών, ελαιοπαραγωγή και συλλογή καρπών ήταν τα κύρια προϊόντα που συνέβαλαν στην επιβίωση.
 
Η ενδοαγιορειτική παραγωγή όμως δεν ήταν αρκετή για την αντιμετώπιση των πραγματικών αναγκών.Τα κύρια έσοδα των μονών κατά την περίοδο αυτή προέρχονται: α) από τη συστηματική αξιοποίηση των μετοχιών, τα οποία σταδιακά ανακάμπτουν, αυξάνονται με δωρεές και αγορές και αποδίδουν σταθερά εισοδήματα· β) από τα μετόχια των παραδουνάβιων ηγεμονιών τα οποία κατά τρόπο μαζικό αφιερώνονται, ιδίως από το 17ο αιώνα, από τους ορθόδοξους ηγεμόνες της Μολδαβίας και τις Βλαχίας· γ) τις μεγάλες εις χρήμα δωρεές όχι μόνο των ίδιων ηγεμόνων και των αξιωματούχων της αυλής τους αλλά και των τσάρων της Ρωσίας και γενναιόδωρων Ελλήνων ανώτατων κληρικών και αρχόντων. Η μορφή αυτή χορηγίας συνέβαλε καθοριστικά στη συντήρηση και επέκταση των οικοδομικών συγκροτημάτων και στην κόσμηση των μονών με έργα τέχνης· δ) τη διενέργεια της ζητείας η οποία εκτείνεται πέρα από το χώρο της Ελληνικής Ανατολής στο σλαβικό κόσμο και στην Ευρώπη.
 
Εφόσον οι Οθωμανοί δεν επενέβησαν στο εσωτερικό καθεστώς του Όρους, η κεντρική διοίκηση συνεχίζει να υφίσταται όπως και κατά τη βυζαντινή περίοδο τουλάχιστον για ενάμισυ αιώνα ακόμη. Ο πρώτος διατηρεί τις διοικητικές, εκτελεστικές, δικαστικές και πνευματικές δικαιοδοσίες του, ωστόσο η παλαιά αίγλη του θεσμού έχει παρέλθει. Η άλλοτε αυτοκρατορική χορηγία έχει διακοπεί και το Πρωτάτο με δυσκολία αντεπεξέρχεται στις ανάγκες του. Η έγγεια ιδιοκτησία του που εκτείνεται σε όλη τη χερσόνησο σταδιακά περνά στα χέρια των μονών, στις οποίες σταδιακά αναγκάζεται να εκχωρήσει και κελλία της δικαιοδοσίας του. Οι δικαστικές αρμοδιότητες βρίσκουν “ανταγωνιστές” τους καδήδες, στους οποίους προσφεύγουν οι μονές όταν αποφάσεις που επιλύουν διενέξεις δεν είναι αρεστές σε έναν από τους διαδίκους. Ο θεσμός του πρώτου θα σβήσει σιγά σιγά στα τέλη του 16ου αιώνα. Ο τελευταίος κάτοχος του αξιώματος μνημονεύεται στα 1593.
 
Στα τέλη του αιώνα φαίνεται να παγιώνεται και ο οριστικός αριθμός των κυρίαρχων μονών που ανέρχονται σε είκοσι. Δεκαεννέα από αυτές είναι ήδη μεγάλα μοναστήρια από τη βυζαντινή περίοδο, ενώ την εικοσάδα συμπληρώνει η μοναδική μεταβυζαντινή μονή του Σταυρονικήτα η οποία ιδρύθηκε στα 1541 από τον πατριάρχη Ιερεμία Α΄.
 
Από τις αρχές του 17ου αιώνα ο Αθως διοικείται από ένα συλλογικό σώμα, τη Μεγάλη Σύναξη, στην οποία συμμετέχουν αντιπρόσωποι των μονών. Στο νέο σχήμα, όπως είναι φυσικό, ο διοικητικός ρόλος των μεγάλων μονών (Λαύρας, Βατοπαιδίου, Ιβήρων), οι οποίες επωμίζονται και τα περισσότερα κοινά οικονομικά βάρη, είναι αποφασιστικός. Ήδη όμως έχει εγκατασταθεί στις Καρυές και τούρκος διοικητής. Η παρουσία του τυπικά συνδέεται με την προστασία της περιοχής από ληστρικές επιδρομές και την πειρατεία, ουσιαστικά όμως συμμετέχει ενεργά στην εσωτερική διοίκηση. Το 1661 τα δυσβάστακτα χρέη του Πρωτάτου αναγκάζουν τη Μεγάλη Σύναξη να πωλήσει στις μονές όλα τα κελλιά που είχαν απομείνει στη δικαιοδοσία του. Έτσι το μόνο που απομένει στην κεντρική αρχή του Αθω είναι ο κεντρικός ναός των Καρυών, το Πρωτάτο.
 
Το 1744, σε συνενόηση με τους Αγιορείτες, ο πατριάρχης Παΐσιος, ανοίγει το δρόμο για μία νέα, περισσότερο αντιπροσωπευτική, μορφή διοικήσεως των κοινών, με τη συμμετοχή και των μικρότερων μονών. Η Μεγάλη Σύναξη ονομάζεται πλέον Ιερά Κοινότης. Το αντιπροσωπευτικό όμως σύστημα ουσιαστικά παγιώθηκε με το Τυπικό του πατριάρχη Γαβριήλ Δ΄ του 1783. Σύμφωνα με αυτό τη διοίκηση ασκούν τέσσερεις επιστάτες εκλεγόμενοι από καθορισμένες πεντάδες των είκοσι μονών. Ένας από αυτούς πρέπει να προέρχεται από τις πέντε μεγάλες μονές (Λαύρας, Βατοπαιδίου, Ιβήρων, Χιλανδαρίου και Διονυσίου). Το 1810 καθιερώνεται και το μόνιμο σώμα των είκοσι αντιπροσώπων των μονών.
 
Αλλαγές όμως επήλθαν και στον τρόπο εσωτερικής λειτουργίας των μοναστηριών. Ώς τα τέλη του 14ου αιώνα επικρατούσε το κοινοβιακό σύστημα διαβιώσεως, όπως καθοριζόταν από τα Τυπικά. Σταδιακά όμως, και ιδίως μετά την οθωμανική κατάκτηση, η ιδιορρυθμία κερδίζει συνεχώς έδαφος. Το αξίωμα του ηγουμένου, μολονότι παραμένει, στερείται ουσιαστικών αρμοδιοτήτων. Είναι πλέον κυρίως τιμητικό αξίωμα, με τελετουργικές προεκτάσεις. Απονέμεται σε σημαίνοντα πρόσωπα που προσέφεραν αξιόλογες υπηρεσίες στη μονή (επιτυχής διενέργεια ζητείας, επωφελής διαχείριση μετοχίου κλπ), διαρκεί για μικρό χρονικό διάστημα και πολλές φορές αναλαμβάνεται για περισσότερο από μία φορά. Στο ιδιόρρυθμο μοναστήρι τη διοίκηση ασκούν οι οφφικιάλιοι της μονής, όπως ο σκευοφύλακας, ο εκκλησιάρχης και ο οικονόμος.
 
Τις δυσλειτουργίες που προέκυψαν από την επικράτηση της ιδιορρυθμίας όχι μόνο στο Άγιον Όρος αλλά και στις περισσότερες μονές της Ελληνικής Ανατολής προσπάθησε να αντιμετωπίσει ο πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ συνεπικουρούμενος από τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Σίλβεστρο. Μετά από επιτόπια μετάβαση του τελευταίου στον Αθωνα οι μεγάλες μονές Λαύρας και Βατοπαιδίου επανέφεραν το κοινοβιακό καθεστώς (1574). Ωστόσο η νέα κοινοβιοποίηση πρέπει να υπήρξε εξαιρετικά εφήμερη. Ισχυρό ρεύμα προς μόνιμη επιστροφή στη μορφή βίου που προβλέπουν οι μοναστικοί κανόνες παρατηρείται μόλις στα τέλη του 18ου αιώνα. Από το 1784 ώς τα 1839 οκτώ μονές επανήλθαν στο κοινοβιακό καθεστώς.
 
Οι φυγόκεντρες τάσεις που χαρακτηρίζουν το μοναχικό βίο του Αγίου Όρους σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας αποτυπώνονται και στην ευρεία διάδοση άλλων μορφών μοναστικής ζωής, όπως η εγκαταβίωση σε σκήτες, σε κελλία και σε ερημητήρια. Όλες οι ελάσσονες αυτές εγκαταστάσεις ανήκουν πλέον στην κυριότητα των μονών και αποδίδονται εφ όρου ζωής σε μοναχούς “γέροντες” και στη συνοδεία τους.
 
Οι σκήτες, οι οποίες ανακαλούν τις αρχαίες λαύρες, δεν συγκροτούν ενιαίο οικοδομικό σύνολο. Αποτελούνται από διάσπαρτα στο χώρο κελλία ή “καλύβες” γύρω από ένα ναό ο οποίος ονομάζεται κυριακόν. Οι μοναχοί ζούν σε αυτές ιδιόρρυθμα υπό την εποπτεία προϊσταμένου, του δικαίου, που εκλέγεται από τους ίδιους. Η παλαιότερη οργανωμένη σκήτη είναι εκείνη της Αγίας Αννης, μαρτυρείται ήδη στα τέλη του 16ου αιώνα και ανήκει στη μονή Μεγίστης Λαύρας. Πάντως στην ίδια μονή, ήδη από τις αρχές του 15ου αιώνα, ανήκε συστάδα κελλίων με πρόδρομη μορφή σκήτης στην περιοχή της Κερασιάς. Στα τέλη του 17ου αιώνα φαίνεται να οργανώνεται η σκήτη των Καυσοκαλυβίων που ανήκει και αυτή στη Λαύρα, ενώ οι σκήτες που επιβιώνουν ώς σήμερα, του Αγίου Δημητρίου της μονής Βατοπαιδίου, του Προφήτου Ηλιού της μονής Παντοκράτορος, η Νέα Σκήτη και του Αγίου Δημητρίου του Λάκκου της μονής Αγίου Παύλου, του Τιμίου Προδρόμου της μονής Ιβήρων, του Αγίου Παντελεήμονος της μονής Κουτλουμουσίου και του Ευαγγελισμού της μονής Ξενοφώντος συγκροτήθηκαν στον επόμενο αιώνα.
 
Οι μοναδικές κοινοβιακές σκήτες, του Αγίου Ανδρέου της μονής Βατοπαιδίου, στην οποία ώς τον αιώνα μας εγκαταστάθηκαν Ρώσοι μοναχοί, και του Προδρόμου της μονής Λαύρας με Ρουμάνους μοναχούς κάνουν την εμφάνισή τους μετά τα μέσα του 19ου αιώνα.
 
Τα κελλία αποτελούν απλούστερες μορφές μοναστικής διαβιώσεως. Συγκροτούν μικρής κλίμακας ενιαία κτιριακά συγκροτήματα, υπάγονται μετά το 1661 αποκλειστικά σε κάποια μονή και επανδρώνονται από ένα “γέροντα” με την πνευματική του συνοδεία. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που τα κελλία αποτελούν συνέχεια ή έχουν οικοδομηθεί στα ερείπια αρχαίων μονυδρίων, διατηρώντας ακόμη και την παλαιά βυζαντινή ονομασία τους.
 
Ο συνολικός πληθυσμός του Αγίου Όρους κατά τη βυζαντινή περίοδο δεν είναι γνωστός. Μόνον η Μεγίστη Λαύρα στον 11ο αιώνα μαρτυρείται ότι αριθμούσε επτακόσιους μοναχούς. Ασφαλώς ο αριθμός των μοναχών δεν θα παρέμεινε σταθερός εφόσον από το 10ο αιώνα ώς τις αρχές του 15ου συνεχώς εμφανίζονται νέες μονές αλλά και μικρότερα μοναστικά ιδρύματα εξαφανίζονται ή συγχωνεύονται με μεγαλύτερα. Περιοδικές γενικές κρίσεις ή προβλήματα που ανεφύησαν σε επί μέρους μονές είναι βέβαιο ότι συνέβαλαν στην αυξομείωση του συνολικού αριθμού των μοναζόντων.
 
Για την περίοδο της Τουρκοκρατίας διαθέτουμε περισσότερα στοιχεία. Περιηγητές, ήδη από τα τέλη του 15ου αιώνα, οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα καί, από το 1764, απογραφές των μοναχών βοηθούν να σχηματίσουμε μία πιο σαφή εικόνα όσον αφορά τουλάχιστον την τάξη μεγέθους του μοναστικού πληθυσμού του Αθω. Οι αποκλίσεις των παραδιδόμενων αριθμών είναι μεγάλες: 1440 άτομα δίνει φορολογικό κατάστιχο του 1525/1530 και από 2246 ώς 2860 ψυχές καταγράφουν ορθόδοξοι περιηγητές και μοναχοί στο 16ο αιώνα. Η απογραφή του 1764 παραδίδει 2908 μοναχούς και εκείνη του 1808 2390. Συμπερασματικά θα μπορούσε να λεχθεί ότι, με εξαίρεση την περίοδο της Ελληνικής Επαναστάσεως οπότε ο αριθμός των μοναχών μειώνεται δραματικά και τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν παρατηρείται μεθοδευμένη και μαζική κάθοδος χιλιάδων Σλάβων μοναχών, ο πληθυσμός της Αθωνικής πολιτείας δεν υπερέβη τις τρεις χιλιάδες ψυχές.
 
Παρά τις οικονομικές δυσκολίες και τις ιστορικές περιπέτειες που δεν έλειψαν για πεντακόσια περίπου χρόνια, το Άγιον Όρος αναδείχθηκε ως το σημαντικώτερο πνευματικό κέντρο της Ορθόδοξης Ανατολής.
 
Η παράδοση που δημιούργησε το ησυχαστικό κίνημα του 14ου αιώνα με πλειάδα λόγιων μοναχών να ζούν και να συγγράφουν στον Αθω, δεν διακόπηκε εντελώς. Τα πρώτα σημάδια αναγεννήσεως είναι εμφανέστατα ήδη στο πρώτο μισό του 16ου αιώνα. Οι βιβλιοθήκες εμπλουτίζονται με μεγάλο αριθμό χειρογράφων που αντιγράφονται στα βιβλιογραφικά εργαστήρια που υπάρχουν σε όλες σχεδόν τις μονές. Η ώς τώρα έρευνα έχει επισημάνει ελάχιστα από αυτά (πχ. στις μονές Ιβήρων, Κουτλουμουσίου, Διονυσίου, Φιλοθέου, Ξηροποτάμου), ωστόσο όλες οι ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα για συστηματική ενασχόληση με βιβλιοπαραγωγή ώς και το 17ο αιώνα, οπότε αρχίζει να υπερισχύει το έντυπο βιβλίο.
 
Μεγάλες συλλογές βιβλίων, χειρόγραφων και έντυπων, καθώς και προσωπικές βιβλιοθήκες λόγιων ανδρών, όπως του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Μακαρίου, του Μαξίμου Μαργουνίου, του πατριάρχη Διονυσίου Δ΄, του μητροπολίτη Αρτης και Ναυπάκτου Νεοφύτου προστίθενται στις ήδη πλούσιες αθωνικές συλλογές.
 
Μπορεί η χρήση τους να υπήρξε μάλλον περιστασιακή, όπως συνέβαινε άλλωστε με όλες τις μοναστηριακές βιβλιοθήκες της Ανατολής, ωστόσο με κανένα λόγο δεν πρέπει να χαρακτηρισθούν ως αποθήκες βιβλίων-κειμηλίων. Αντίθετα με ότι πρεσβεύεται από πολλούς, οι βιβλιοθήκες του Αθω υπήρξαν η πηγή των αναγνωσμάτων και των συγγραφών μεγάλου αριθμού λογίων, κληρικών και λαϊκών, στους αιώνες της κατακτήσεως.
 
Δεν υπήρξαν λίγοι οι λόγιοι, κυρίως μοναχοί και κληρικοί, οι οποίοι τουλάχιστον για μια καθοριστική περίοδο του βίου τους έδρασαν και συνέγραψαν σε κάποια μονή. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του γνωστού λογίου και φωτιστού των Ρώσων Μαξίμου του Γραικού, ο οποίος, στις αρχές του 16ου αιώνα, μετά την επιστροφή του από τη Δύση επέλεξε την αγιορειτική μονή του Βατοπαιδίου για περισυλλογή. Λίγο αργότερα το πέρασμα του λόγιου μοναχού Παχωμίου Ρουσάνου άφησε έντονα τα ίχνη του στη βιβλιοθήκη της μονής Ιβήρων.
 
 
 
Αλλοι μοναχοί, κάτοχοι αξιόλογης παιδείας, οφείλουν την ανάδειξή τους ως συγγραφέων στην πνευματική τους δραστηριότητα μέσα στα όρια του Αθω. Ο προηγούμενος Διονύσιος Ιβηρίτης, ο ομώνυμος Διονύσιος ρήτωρ ο Στουδίτης, ο Αγάπιος Λάνδος, συγγραφέας δημοφιλών ψυχωφελών αναγνωσμάτων, ο πολυγραφώτατος Ξηροποταμηνός μοναχός Καισάριος Δαπόντες αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της κατηγορίας λογίων.
 
Ακόμη περισσότεροι όμως υπήρξαν οι πεπαιδευμένοι εκκλησιαστικοί άνδρες, κυρίως ανώτατοι κληρικοί, οι οποίοι επέλεξαν να τελειώσουν το βίο τους στην ησυχία του Αθω. Μολονότι δεν έχουν να επιδείξουν συγγραφικό έργο, η παρουσία τους και η επιρροή που άσκησαν στην πνευματική ανάδειξη του τόπου υπήρξε καθοριστική.
 
Ο 18ος αιώνας, περίοδος γενικώτερης πνευματικής κοινωνικής και οικονομικής ανακάμψεως σε όλη την Ανατολή, σηματοδοτείται στο Άγιον Όρος από δύο σημαντικά γεγονότα: την ίδρυση της Αθωνιάδος Σχολής και το πνευματικό κίνημα των Κολλυβάδων.
 
Το 1748 με εισήγηση και δαπάνες του Βατοπαιδίου ιδρύθηκε στα όρια της μονής σχολή με φιλόδοξο πρόγραμμα διδασκαλίας των ελληνικών, φιλοσοφικών και θεολογικών μαθημάτων. Η σχολή, η οποία χαρακτηρίσθηκε ως η πρώτη Ακαδημία του Ελληνισμού, στεγάσθηκε σε μεγαλόπρεπο κτίριο που κτίσθηκε σε παρακείμενο λόφο και φιλοξένησε πλειάδα μαθητών που εξελίχθηκαν αργότερα σε διάσημους πνευματικούς άνδρες. Πρώτος σχολάρχης για αρκετά χρόνια χρημάτισε ο φημισμένος λόγιος Ευγένιος Βούλγαρης.
 
Το 1754 ξέσπασε η επονομασθείσα αργότερα “έρις των κολλύβων”. Αφορμή υπήρξε η διαφωνία για την τέλεση των μνημοσύνων την Κυριακή και όχι μόνον το Σάββατο, όπως παραδοσιακά συνέβαινε ώς τότε. Τα αίτια όμως ήταν πολύ βαθύτερα, ώστε οι μοναχοί να διαιρεθούν σε δύο οξύτατα αντιμαχόμενες παρατάξεις: στους υπέρμαχους της παραδόσεως, τους “Κολλυβάδες”, οι οποίοι υποστήριζαν όχι μόνο την εμμονή στην παράδοση αλλά και την επιστροφή στις ρίζες της πατερικής και νηπτικής θεολογίας των μεγάλων πατέρων της Ανατολής και τους υποστηρικτές μιας πιο εκκοσμικευμένης αντιλήψεως του μοναχικού βίου. Κύριοι εκπρόσωποι των Κολλυβάδων αναδείχθηκαν διάσημοι λόγιοι Αγιορείτες όπως ο πολυγραφώτατος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο μαχητικός Αθανάσιος Πάριος και ο Μακάριος Νοταράς πρώην μητροπολίτης Κορίνθου.
 
Μετά από αρχικές καταδίκες και διώξεις το κίνημα των Κολλυβάδων δικαιώθηκε, εξαπλώθηκε πέρα από το Άγιον Όρος, ιδιαίτερα στο νησιωτικό χώρο και στην Πελοπόννησο και στάθηκε η αφορμή της φιλοκαλικής αναγεννήσεως που επηρέασε βαθύτατα τον ορθόδοξο σλαβικό κόσμο.
 
Η εξάπλωση της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 στη Μακεδονία και ειδικώτερα στη Χαλκιδική δεν άφησε αδιάφορους τους Αγιορείτες. Πολλοί άλλωστε από αυτούς, όπως ο δραστήριος Νικηφόρος Ιβηρίτης χαρτοφύλαξ, είχαν από χρόνια μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία. Το Μάιο του 1821, με πανηγυρικό τρόπο στις Καρυές, ο Αθως προσχώρησε στο κίνημα του Εμμανουήλ Παπά. Ο Τούρκος διοικητής συνελήφθη και τέθηκε υπό περιορισμό στη μονή Κουτλουμουσίου και ένοπλοι μοναχοί αναπτύχθηκαν στα σύνορα του Αγίου Όρους.
 
Όπως είναι γνωστό η επανάσταση στο βορειοελλαδικό χώρο έληξε σύντομα και άδοξα. Οι Αγιορείτες όμως κλήθηκαν να πληρώσουν το βαρύ τίμημα της συμμετοχής τους. Τουρκικά στρατεύματα εγκαταστάθηκαν στις μονές οι οποίες υποχρεώθηκαν να αναλάβουν τη συντήρησή τους. Έκτακτος βαρύτατος φόρος από 3.300 πουγγία (1.750.000 γρόσια) επιβλήθηκε συλλογικά και οι τακτικοί φόροι κατεβάλλοντο εις διπλούν. Τα μετόχια της Χαλκιδικής υπέστησαν βαριές ζημιές και η είσπραξη των εσόδων από τα προσοδοφόρα μετόχια της Μολδοβλαχίας διακόπηκε τουλάχιστον για μια πενταετία. Τα χρέη διογκώθηκαν, μεγάλος αριθμός μοναχών εγκατέλειψε το Άγιον Όρος, πολλές μονές βρέθηκαν σε κατάσταση ολοκληρωτικής ένδειας και αναγκάσθηκαν να εκποιήσουν μεγάλο αριθμό κειμηλίων, αν και τα πολυτιμότερα από αυτά φυγαδεύθηκαν στα νησιά της επαναστατημένης Ελλάδας.
 
Τα μέτρα κατά του Αγίου Όρους ήρθησαν μόλις το 1830. Νέα όμως αναστάτωση, ιδίως στον οικονομικό τομέα, προκάλεσε η δήμευση από τη ρουμανική κυβέρνηση το 1863 όλων των μοναστηριακών κτημάτων και μετοχιών στην περιοχή της Μολδοβλαχίας. Νέο πλήγμα ανέμενε τους Αγιορείτες μετά από λίγα έτη το 1873. Η ρωσική κυβέρνηση αποφάσισε να εκδιώξει τους μοναχούς από τα κτήματα της Βεσσαραβίας και του Καυκάσου αποδίδοντας στις μονές μόνο τα δύο πέμπτα των εκεί εισοδημάτων τους. Μετά την Οκτωβριανή επανάσταση το έσοδο αυτό σταμάτησε οριστικά.
 
Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα το Άγιον Όρος βρέθηκε στη δίνη των εθνικών ανταγωνισμών της Βαλκανικής και υπέστη τις συνέπειες των επιδιώξεων της ρωσικής πολιτικής που συνίστατο στην αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα της μοναστικής πολιτείας με τη μαζική εγκατάσταση Σλάβων, κυρίως Ρώσων, μοναχών, με τη διείσδυση σε φτωχές μονές και εξαρτήματα και με την οικοδόμηση τεράστιων μοναστικών συγκροτημάτων. Στις αρχές του 20ού αιώνα το Άγιον Όρος αριθμούσε συνολικά περί τους 3.500 Ρώσους μοναχούς.
 
Η απελευθέρωση του Αγίου Όρους από τον ελληνικό στόλο το Νοέμβριο του 1912 έθεσε τέρμα στην επικίνδυνη κατάσταση που είχε δημιουργηθεί. Η μοναστική πολιτεία του Αθω αποτέλεσε αυτοδιοίκητο τμήμα της ελληνικής επικράτειας. Το νομικό καθεστώς της κατοχυρώθηκε συνταγματικά και καθορίσθηκε από τον Καταστατικό Χάρτη, ο οποίος συντάχθηκε το 1926. Το αγιορειτικό αυτό “Σύνταγμα” παγίωσε, με πολλές προσαρμογές, τους πατροπαράδοτους θεσμούς διοικήσεως της μοναστικής πολιτείας.
 
Σήμερα στο Άγιον Όρος υπάρχουν 20 κυρίαρχες κοινοβιακές μονές, όπως παγιώθηκαν από το 16ο αιώνα. Από αυτές εξαρτώνται διοικητικά και πνευματικά 12 σκήτες και περίπου 250 κελλιά. Κάθε μονή είναι αυτοδιοίκητη και ρυθμίζει τα της ζωής των μοναχών της σύμφωνα με τους μοναστικούς κανόνες και τους εσωτερικούς κανονισμούς που εγκρίνει το σύνολο των μοναχών. Κάθε χρόνο οι μονές εκλέγουν από έναν αντιπρόσωπο ο οποίος τις εκπροσωπεί στην Ιερά Κοινότητα. Έργο και αρμοδιότητα της τελευταίας είναι η διαχείριση των κοινών υποθέσεων του Αγίου Όρους και η παρακολούθηση της εύρυθμης λειτουργίας των εσωτερικών κανονισμών των μονών. Εκτελεστικό όργανο της Ιεράς Κοινότητος είναι η Ιερά Επιστασία.
 
Πνευματικά η Αθωνική πολιτεία υπάγεται στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ενώ χρέη εκπροσώπου της Ελληνικής πολιτείας εκτελεί ο Διοικητής του Αγίου Όρους.
 
Ο μαρασμός που παρατηρήθηκε κατά τις πρώτες δεκαετίας του 20ού αιώνα εξαιτίας της παθολογίας της ιδιορρυθμίας, της δραματικής οικονομικής συρρικνώσεως που ακολούθησε τη μαζική δήμευση των μετοχιών της Μακεδονίας και των δεινών του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ανακόπηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960.
 
Σήμερα το Άγιον Όρος γνωρίζει νέα άνθηση. Μεγάλος αριθμός νέων στην ηλικία μοναχών με υψηλότατο πνευματικό επίπεδο επανδρώνουν τις είκοσι μονές , οι οποίες έχουν μετατραπεί όλες σε κοινόβια, τις σκήτες και τα κελλία του Αθω.
 
 
 
Κρίτων Χρυσοχοΐδης
 
Διευθυντής Ερευνών Ι.Β.Ε, Ε.Ι.Ε.

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013 ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΝΕΟΗΣΥΧΑΣΤΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΝΑ ΞΕΡΟΥΜΕ ΤΙ ΧΑΝΟΥΜΕ!

 

Αγιορείτες Νεοησυχαστές Πατέρες

Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου

Μετά την αναγέννηση τού 18ου αιώνος, με τη δράση του νεοησυχαστικού κινήματος τών λεγομένων Κολλυβάδων, και πρωτεργάτες τους οσίους Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ (+1794), ο οποίος ως άλλος Γρηγόριος Σιναΐτης (+1346) εργάζεται μεταφραστικά και Ιεραποστολικά σε όλα τα Βαλκάνια- Νικόδημο τον Αγιορείτη (+1809), τον σοφό διδάσκαλο και νέο Γρηγόριο Παλαμά (+1359)· Μακάριο Νοταρά και πρώην Κορίνθου (+1805), τον άλλο Ιερό Φώτιο (+899)· και Αθανάσιο Πάριο (+1813), τον ακαταμάχητο υπερασπιστή των ορθών δογμάτων, ως άλλο άγιο Μάρκο τον Ευγενικό (+1445), έχουμε μία χορεία ενάρετων φίλων της νοεράς προσευχής. 
Με πρώτους τους εξόριστους Ιεροπρεπείς Κολλυβάδες πού εργάσθηκαν πλούσια σε νησιά του Αιγαίου και άλλους τόπους και μετέφεραν σε πολλά λαϊκά στρώματα την ευωδία του αθωνικού αρώματος, πού λέγεται νοερά άθληση, νοερά προσευχή, ευχή του Ιησού, δηλαδή ή επανάληψη του ονόματος· Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, και με μερικές μικρές παραλλαγές. Παρακάτω θα δούμε μερικούς Αγιορείτες νεοησυχαστές πατέρες.

Το 1851 συγγράφεται ή «Νηπτική θεωρία» περιέχουσα «λόγους είκοσιν Ανωνύμου τινός αγιορείτου Απελπισμένου επικληθέντος, εν οις ακριβώς, άφ’ ών διά της πείρας έμαθε και έπαθε, τον τρόπον της ενάρξεως και οδηγίαν της προοδεύσεως και απλανή τελείωσιν τής ατελούς νοεράς εργασίας, τής, παρά των θεσπέσιων Οσίων Πατέρων άνωθεν παραδομένης, καλούμενης νοεράς προσευχής, ίνα εκ προχείρου έχωσιν οι ποθούντες εισελθείν εις τον ιερόν αγώνα ταύτης της συντόμως (δι΄ αγώνων) εισαγούσης εν τη επουρανίω Χρίστου του Θεού Βασιλεία». Με τον απλό αλλά γλαφυρό τρόπο του, ο αφιλόδοξος, ταπεινός, ανώνυμος συγγραφέας -μερικοί τον ταυτίζουν με τον διάσημο ησυχαστή παπα Χαρίτωνα τον ερημίτη (+1906)- θέλει να βοηθήσει τους εργάτες της προσευχής και λέγει πώς θα προετοιμασθούν γι΄ αυτή: «Η παντοτινή νηστεία, η άμετρος κακοπάθεια και ταλαιπωρία του σώματος, η υπερβολική ταπείνωσις». Ο ταπεινός, συνεχίζει να λέει και να επιμένει, «έχει την καρδίαν του τεταπεινωμένην και συντετριμμένην από την βίαν της ευχής, ευθύς οπού ήθελεν εμβή μέσα εις την εκκλησίαν, πάραυτα τον αρπάζει και τον περικυκλώνει μία αληθινή και ζωηρά ευλάβεια εις τον Θεόν και εις τα θεία- και τόσον τον περικυκλώνει η θεϊκή ευλάβεια, ώστε οπού και αυτός ο ίδιος καταλαμβάνει την ενέργειάν της, διότι του φαίνεται πλέον και είναι πεπεισμένος ότι στέκεται όχι εις την επίγειον ταύτην εκκλησίαν, αλλά του φαίνεται από την χαράν του ότι στέκεται εις την άνω Ιερουσαλήμ».

Ο ιερομόναχος Αρσένιος ο Πνευματικός (+1846) ήταν από τη Ρωσία κι έζησε μία εικοσιπενταετία με αυστηρότατη άσκηση σε κελλιά της μονής Ιβήρων και αλλού. Τετάρτη και Παρασκευή είχε τέλεια ασιτία και τις υπόλοιπες ήμερες μονοφαγία και για πολλά έτη το φαγητό του ήταν αλάδωτο. Ο νυκτερινός ύπνος του ήταν πολύ ολιγόωρος και κοιμόταν καθιστός. Ασκούσε επιμελημένα τη νοερά προσευχή. Οι θείες λειτουργίες του ήταν πάντα ένδακρεις. Αγαπούσε να μιλά, αν ποτέ μιλούσε, μόνο για την προσευχή. Προτιμούσε να δίνει παρά να παίρνει. Υπέφερε πραγματικά όταν τον τιμούσαν οι άνθρωποι. Τον ίδιο τρόπο ζωής και ασκήσεως είχε και ο υποτακτικός του Νικόλαος (+1840). Οι μαθητές του δεν άντεχαν τη μεγάλη του φτώχεια. Το μόνο πού επέμενε ήταν η τήρηση του κανόνος της προσευχής, η συνεχής μνήμη του Θεού, η επίκληση του αγίου ονόματος του. Η κοίμηση του ήταν οσιακή.

Ο Γέροντας Ιωάννης (+1843)
ήταν κι αυτός Ρώσος στην καταγωγή. Μαθήτεψε για ένα διάστημα στον διάσημο στάρετς όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ στη μονή Νεάμτς της Μολδαβίας, πού είχε περίπου χίλιους μοναχούς. Ο στάρετς δεχόταν όσους υπέμεναν τις στερήσεις μαζί του, μόνο και μόνο για ν΄ αυξάνονται τα στόματα πού θα υμνούσαν προσευχόμενα τον Θεό. Κύριο έργο του στάρετς, καθώς λέγει ο Γέροντας Ιωάννης, ήταν η διδασκαλία της καθαρότητος της καρδιάς και του νου, διά της αδιάλειπτου ευχής του Ιησού. Ο Ιωάννης έκοψε το δάκτυλο του, για να μη τον χειροτονήσουν και χάσει την ηρεμία της αγαπημένης του προσευχής. Έζησε επί έτη στην αθωνική έρημο εργοχειρώντας και προσευχόμενος. Να πώς περιγράφει την κατάσταση του ο ίδιος: «Την καρδιά μου επλημμύρισε ανέκφραστη χαρά και η προσευχή άρχισε να ενεργεί μόνη της. Τόσο με γλύκανε, πού δεν με άφηνε να κοιμηθώ. Κοιμόμουν μία ώρα καθημερινώς και μάλιστα καθιστός- και πάλι σηκωνόμουν, σαν μη μου χρειαζόταν ο ύπνος- «εγώ καθεύδω και η καρδία μου αγρυπνεί» … Γεννήθηκαν μέσα μου ανέκφραστη αγάπη και δάκρυα- αν θέλω, μπορώ να κλαίω ασταμάτητα … Συχνά το βράδυ σηκώνομαι να διαβάσω το ψαλτήρι, λέγω την προσευχή του Ιησού και πέφτω σε έκστασι. Δεν γνωρίζω που βρίσκομαι- είμαι στο σώμα η εκτός του σώματος δεν ξεύρω· μόνον ο Θεός το γνωρίζει. Όταν συνέρχομαι ήδη χαράζει».

Ο Γέροντας Δανιήλ (+1879) έζησε σ’ ερημικά μέρη του Αγίου Όρους με Γέροντα σκληρό και δύσκολο και με πολλές στερήσεις, στον οποίο έκανε άκρα υπακοή. Στους ελάχιστους επισκέπτες του, μετά την τελευτή του Γέροντα του, έλεγε: «Μόνον ελπίζω στο έλεος του Θεού και στις προσευχές του Γέροντα. Με τί άλλο θα μπορούσα να δικαιωθώ;». Αυτό έλεγε συχνά: «Ζητώ μόνον το έλεος του Θεού και σ’ αυτό αποκλειστικώς ελπίζω». “Οσοι επέμεναν να τον συμβουλεύονται τους έλεγε: «Όταν ο άνθρωπος ευρίσκεται σε δυσκολία, στρέφεται με δάκρυα στον Θεό κι εκείνος τον παρηγορεί…». Άλλοτε έλεγε: «Όποιος δοκίμασε τους καρπούς της ησυχίας μπορεί να μείνη στην αυτοσυγκέντρωσι και στην προσευχή περισσότερο από τρεις ήμερες…»

Ο ιερομόναχος Ευστράτιος ο Τραπεζούντιος οκταετής προσήλθε να μονάσει στη μονή Σουμελά του Πόντου. Μετά εικοσαετή εκεί παραμονή κι αφού χειροτονήθηκε ιερέας και επισκέφθηκε τα Ιεροσόλυμα ήλθε στο Άγιον Όρος στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων. Το τυπικό του ήταν: τρεις χιλιάδες μετάνοιες κάθε νύχτα και η ευχή αδιάλειπτη. Το τυπικό του αυτό ήταν ισόβιο. Η σπηλιά πού ζούσε έμοιαζε με τάφο, σκοτεινή και κλειστή, για να επιμηκύνει τη νύχτα και να καλλιεργεί την προσευχή. Κοιμόταν μία ώρα την ήμερα, σχεδόν όρθιος. Λειτουργούσε καθημερινά. Νήστευε συνέχεια. Σ’ ένα των μαθητών του, πού ζούσαν πλησίον του, αλλά σε άλλον τόπο, πριν τον θάνατο του είπε, πώς του δόθηκε τέτοια προσευχή, ώστε και κατά την ώρα του ύπνου η καρδιά του προσεύχεται. Ο Γέροντας προσευχόταν καθιστός η όρθιος, έκλινε την κεφαλή λίγο προς το στήθος και πρόφερε σιγά, με κατάνυξη και προσοχή την ευχή, προσηλώνοντας το νου στα λόγια της ευχής και συγκρατώντας την αναπνοή, ώστε αυτή να εναρμονίζεται με την κίνηση του νου. Τον κοσμούσε και το διορατικό χάρισμα. Προσευχόμενος είχε κι ένα μεγάλο μανδήλι, για τα πολλά και θερμά του δάκρυα και βρισκόταν σε κατάσταση πνευματικής ανυψώσεως.

Ένας σπουδαίος εργάτης της νοεράς προσευχής υπήρξε ο Γέροντας Βαρνάβας Αγιοβασιλειάτης (+1905). Οι αγρυπνίες του ήταν συχνές και ολονύκτιες και μόνο με το κομποσχοίνι. Ακόμα μεγαλύτερος βιαστής ήταν ο Γέροντας του Ναθαναήλ. Σε συμβουλές του προς μοναχό ησυχάζοντα κατά μόνας, μεταξύ άλλων σπουδαίων, γράφει: «Όταν ενεργήσει η ευχή, έρχονται τα δάκρυα, η χαρά, η κίνησις και ο ανακαινισμός της καρδίας. Αλλά μη τα έχης διά τίποτε, ούτε να τα καταφρονής, αλλά με απλότητα λέγε «Κύριε Ιησού Χριστέ…» καθότι φωτισμός είναι ο Θεός … Όταν δε κάθησαι εις την ευχήν και ο νους σου φεύγει και δεν δύνασαι να κάμης ευχήν, σήκω από το κάθισμα σου και μη λυπηθής πώς δεν δύνασαι να κάμης ευχήν, αλλά μάλιστα να είσαι χαρούμενος. Εάν πάλιν το πονηρόν πνεύμα σε δέση και δεν δύνασαι να κάμης διόλου ευχήν, κάμε άλλην πνευματικήν εργασίαν, και εάν δεν δύνασαι κάμε σωματικήν υπηρεσίαν, και να έχης προσοχήν εις τον εαυτόν σου και να μη συγχύζεσαι ποτέ, πάντοτε χαρούμενος να είσαι και όχι λυπημένος, διότι όλοι οι άγιοι με την πραότητα εβάδισαν. Διάβαζε και εξακολούθησον καθώς σε είπον και θέλει περνά η ημέρα σου χωρίς να την καταλαμβάνης…».

Μεγάλος αγωνιστής υπήρξε και ο Γέροντας του γνωστού παπα Σάββα του Πνευματικού του Μικραγιαννανίτη (+1908) Γέρων Ιλαρίων ο Γκουρτζής (+1864), πού από μικρός ήταν ασκητής στην πατρίδα του την Γεωργία. Στο Άγιον Όρος έζησε στις μονές Ιβήρων και Διονυσίου και στην έρημο. Πολλές σπηλιές έγιναν κατοικία του. Πότιζε τα βράχια με δάκρυα και τηρούσε ακριβή σιωπή. Είχε πολλές δαιμονικές επιθέσεις, οι όποιες όμως τον άφησαν απτόητο. Η προσευχή του θαυματουργούσε. Οι μακρές νηστείες του τον άφηναν ημιθανή. Αγαπούσε πολύ την ησυχία και την αδιάλειπτη προσευχή και με την ευλογία του Πνευματικού, για ένα μεγάλο διάστημα διετέλεσε έγκλειστος. Στα γεράματα του χρησιμοποιούσε αλυσίδες ως κρεμαστήρες για τις πολύωρες αγρυπνίες του. Οι επιθανάτιοι λόγοι του ήταν: «Δόξα τω Θεώ! Ήθελα μαρτυρικό θάνατο, αλλά ο Κύριος δεν με αξίωσε. Μου έστειλε όμως ασθένεια, πού μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από μαρτύριο, αν την υπομείνω με καρτερία και πίστη στο θείο θέλημα». Μετά την εκταφή του τα οστά του ευωδίασαν.

Ο όσιος Αντίπας ο Μολδαβός (+1882) από νέος είχε θείες εμπειρίες στην προσευχή του και έτσι αποφάσισε να γίνει μοναχός, διερχόμενος από μεγάλους και πολλούς πειρασμούς. Με τις συμβουλές αγίων Γερόντων και διάφορους ασκητικούς πόνους καλλιέργησε συστηματικά τη νοερά προσευχή. Έζησε για τρία έτη στη μονή Εσφιγμένου και μετά αποσύρθηκε στην βαθύτατη έρημο. Είχε Ιδιαίτερη αγάπη στην Παναγία, όπως κι όλοι οι ησυχαστές. Ο ζήλος του ήταν πάντοτε συνετός. Το αθωνικό τυπικό διατήρησε σ΄ όλη του τη ζωή κι όταν βρέθηκε μακρυά από το προσφιλές του Άγιον Όρος. Καρπός της νήψεώς του ήταν μία γλυκύτητα πού πάντα είχε, κατά τον αββά Ισαάκ τον Σύρο. Αγαπούσε τη μόνωση, την ησυχία, τη σιωπή και την ευχή κι όταν ήταν μετοχάρης στον κόσμο. Τις αποφάσεις και τις μετακινήσεις του προετοίμαζε με μεγαλύτερη άσκηση και προσευχή. Καταλήγοντας στη μονή Βαρλαάμ δόθηκε όλος στη φίλη του προσευχή. Την απερίσπαστη προσευχή του συνόδευαν πυκνά και θερμά δάκρυα. Η ταπείνωση, η αυτομεμψία, η υπομονή, η ανεξικακία τον στόλιζαν και τον χαρίτωναν. Μόνη του περιουσία η αθωνίτικη εικόνα της Παναγίας. Αναχώρησε της παρούσης ζωής προσευχόμενος στη Θεοτόκο.

Ο διάσημος ασκητής του Άθωνα Χατζηγιώργης (+1886) ο Καππαδόκης από μικρός κι αυτός αγάπησε εγκάρδια την άσκηση και την προσευχή, όπως και την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία πολύ τον βοήθησε. Στο Άγιον Όρος πρωτοήλθε στη μονή Γρηγορίου. Αργότερα πήγε στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων, υπό την έμπειρη διδαχή του συμπατριώτη του πνευματικού Νεοφύτου (+1860), ο οποίος του έδωσε κανόνα να ζει παρά την σπηλιά του οσίου Νήφωνα. Κατόπιν πήγαν στην Κερασιά και καθιέρωσαν συνεχή, πολυετή, αυστηρή νηστεία με παντοτινό αλάδωτο φαγητό. Η σιωπή, η υπακοή, η ασιτία, η ευχή, η ταπείνωση, η αγάπη, τον κοσμούσαν. Για ν΄ αποφεύγεται η φλυαρία στη συνοδεία του, όταν ήταν όλοι μαζί σε κάποιο διακόνημα, έλεγε δυνατά την ευχή. Η ζωή τους ήταν μια συνεχόμενη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η χαρμολύπη τους χαρακτήριζε. Η διακριτική αγάπη του Χατζηγιώργη βοήθησε πολλούς. Φάρμακα είχαν τα θεία μυστήρια. Η αλουσία του, τα βρώμικα και κουρελιασμένα ρούχα του έκρυβαν μία καθαρή καρδιά, πού αγαπούσε τη νήψη. Εκοιμήθη μόλις μετέλαβε των άχραντων μυστηρίων.

Ο μακάριος παπα Χαρίτων ο Πνευματικός (+1906) έγινε μοναχός στα Μετέωρα, κατόπιν πήγε στο Σινά και μετά στην έρημο του Αγίου Όρους. Κοιμόταν λίγο και στο στασίδι, έτρωγε μια φορά την ήμερα, και λάδι μόνο το Σαββατοκύριακο. Αγαπητοί του τόποι τα σπήλαια των αγίων της μείζονος περιοχής των Καυσοκαλυβίων. Επρόκειτο για ησυχαστή, σιωπηλό, φιλήσυχο, εγκρατή, ταπεινό και φιλομαθή. Μελετητής και μιμητής αγίων, υμνογράφος και συναξαριογράφος. Έγραφε: «Την αγρυπνίαν αγάπα, νηστείαν, δάκρυα, εύχάς και ψαλμωδίας, και Γραφών την μελέτην, γενού ταπεινόφρων και γαληνός, και τον τύφον απόρριπτε, μη σε νικήση ο φθόνος και των παθών, ακρασία η ψυχόλεθρος». Ο πόλεμος του πειρασμού νικιόταν με την επίκληση της Παναγίας. Σπάνια εξήρχετο στα τέλη του βίου του του κελλιού του. Έχοντας διαρκή τη μνήμη του θανάτου, τη μνήμη του Θεού, αναχώρησε για το ανεπίστροφο ταξείδι των ουρανών, καθώς έγραφε, προσευχόμενος.

Ο Γέροντας Δανιήλ ο Κατουνακιώτης ο Σμυρναίος (+1929) αγαπητούς του οσίους είχε τον Ιωάννη της Κλίμακος και τον Ισαάκ των Ασκητικών, ως και τους Κολλυβάδες. Μετά τον μονασμό του στις μονές Αγίου Παντελεήμονος και Βατοπεδίου πήγε στα πάντερπνα Κατουνάκια, όπου επεδόθη στην άσκηση, στη μελέτη και την προσευχή. Η πενία του έγινε πλούτος και η ησυχία φίλη κι αφορμή πνευματικής αγαλλιάσεως. Η εξωτερική ησυχία του έγινε και εσωτερική και καλλιεργούσε τον κήπο της αγαθής καρδιάς του με την ευχή του Ιησού, πού τον γέμιζε ευφροσύνη. Η αλληλογραφία του με άγιες μορφές και οι συγγραφές του φανερώνουν περίτρανα τον θείο φωτισμό και τη χάρη του, τη διάκριση του και τη σοφία του, όπως για παράδειγμα η επιστολή του προς μοναχό περί νοεράς προσευχής, πού αποδεικνύει την πατερική του γνώση, την κατάκτηση της ευχής, τη διάκριση και διόραση.

Ο Αθηναίος Καλλίνικος ο ησυχαστής ο Κατουνακιώτης (+1930) αγαπούσε ιδιαίτερα τη Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών πατέρων. Αγαπούσε επίσης πολύ την ησυχία, τη μόνωση, την άσκηση, τη σιωπή και την ευχή, όπως όλοι άλλωστε οι ησυχαστές. Η νηστεία, η εγκράτεια, η αγρυπνία, ο κόπος, τα δάκρυα δεν ήταν λόγια και ιδέες, αλλά πράξεις και βιώματα, ως λέγει ο αββάς Θαλλάσιος· «νους εγκρατούς, ναός του Αγίου Πνεύματος». Η απλότητα, η ταπεινότητα κι η αγαθότητα τον στόλιζαν. Η εκούσια και μεγάλη του άσκηση κορυφώθηκε με τον τέλειο εγκλεισμό του στο κελλί του επί τέσσερις και πλέον δεκαετίες. Η αυτοφυλάκισή του δεν είχε άλλο λόγο παρά την καλύτερη καλλιέργεια της ευχής του Ιησού. Η αμεριμνησία, το απερίεργο, το ευκατάνυκτο, τ΄ ολιγόλογο η σιωπηλό, συνόδευαν τη διάπυρη ευχή του. Θεοφώτιστος, διακριτικώτατος, φιλάδελφος, χαριτωμένος ο Γέροντας Καλλίνικος, αξιώθηκε της θέας του Θαβωρείου φωτός, κι οι υποτακτικοί του τον έβλεπαν μερικές φορές να λάμπει. Πολέμησε τους αιρετικούς ονοματολάτρες κι έγινε ακραιφνής διδάσκαλος της νοεράς αθλήσεως. Η τελευταία επίγεια ήμερα του ήταν η 6η Αυγούστου, η λαμπρή εορτή της Μεταμορφώσεως, το Πάσχα των ησυχαστών.

Ο Γέροντας Γαβριήλ Διονυσιάτης (+1983) έλεγε περί του μοναχού Ισαάκ (+1932) της μονής του: «Ήτο τύπος απλότητος, ακριβείας και ευλάβειας, σιωπηλός και απερίσπαστος εν παντί… υπόδειγμα εις όλους τους πατέρας». Ο ευλαβέστατος μοναχός Λάζαρος (+1974), της αυτής μονής, έγραφε περί αυτού, όταν ήταν μαζί στο Κάθισμα των Αγίων Αποστόλων: «Όταν ετελούσαμεν την ακολουθίαν του όρθρου οι δύο μας επί δυόμισυ ώρας με κομβοσχοίνι, μόλις ένα η δύο κομβοσχοίνια έλεγε με σιγανήν φωνήν την ευχήν εις κάθε κόμπον: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υϊέ του Θεού, ελέησον ημάς». Εις το τρίτον κομβοσχοίνιον εθερμαίνετο η καρδιά του από θείον έρωτα και ζήλον και δεν μπορούσε να κράτηση τον εαυτόν του για να ομιλή σιγά. Εφώναζε, λοιπόν, την κάθε λέξιν με διάπυρον ζήλον και αγάπην, ώς να είχεν ενώπιον του τον Χριστόν και τον παρακαλούσε, ώς κυλιόμενος εις τους πόδας του…». Τις νύχτες περνούσε κλαίγοντας για τις αμαρτίες του και για όλο τον κόσμο. Πρόθυμος πάντοτε στο διακόνημά του, στην ακολουθία, στον κανόνα του, για ν΄ αποδεικνύει ότι οι ησυχαστές υπάρχουν και στα κοινόβια, αγωνιζόμενοι μυστικά και γενναία.

Ο Γέροντας Γαβριήλ Καρουλιώτης (+1968) υπήρξε αυστηρός ασκητής τών Καρουλίων, άνθρωπος βαθειάς μετάνοιας, βίας κι αγωνιστικότητος. Φίλος θερμός τής μελέτης τών ασκητικών πατέρων, εχθρός τής οκνηρίας, αετός υψιπέτης, κατά τον άγιο Εφραίμ τον Σύρο, ώς ακτήμων, εραστής τής ησυχίας, ευφρόσυνος ησυχαστής, ένδοξος άδοξος, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Σκληρός στον εαυτό του, νηστευτής, φυγόκοσμος, ως στρουθίον. Δεν περπατούσε, όταν περπατούσε, στα κακοτράχαλα μονοπάτια, αλλ’ ήταν σαν να πετούσε, λιπόσαρκος, προσευχόμενος, σκυμμένος πάντα στον εαυτό του, απερίεργος, προσέχοντας την εσωτερική νηνεμία και καθαρότητα στην ωραία ησυχία τής αγιότεκνης κι αγιότροφης ερήμου. Ερημίτης τών βράχων, μεταξύ ουρανού και γης, καθώς έλεγε. Στους επισκέπτες του αντί να τους μιλά, τους διάβαζε κάτι από τή Φιλοκαλία. Τον θάνατο περίμενε με χαρά. Μετάλαβε και ανεπαύθη ειρηνικά. Επρόκειτο περί ηρωικού μοναχού.

Λίγο πιο κάτω από την ασκητική παλαίστρα τού Γερο Γαβριήλ έμενε ένας άλλος γενναίος αθλητής τού Χριστού, ο Κωνσταντινουπολίτης και πρώην Σταυρονικητιανός προϊστάμενος Γέροντας Φιλάρετος (+1962), ο οποίος προσεποιείτο και τον διά Χριστον σαλό για να ταπεινώνεται. Το άσημο και φτωχό ασκητήριό του θεωρούσε ανάκτορο. Το κελλί του θύμιζε πιο πολύ μνήμα. Είχε αφεθεί πλήρως στα χέρια τού Θεού, μη φροντίζοντας για τα γήινα. Την περιφρόνηση θεωρούσε έπαινο. Για την καθαρότητα τού νου του μόνο νοιαζόταν. Ήταν, κατά τ΄ όνομα του, αληθινός φίλος τής αρετής. Αγαπούσε κι αυτός τή Θεοτόκο πολύ. Δάκρυζε στίς ψαλμωδίες και τους ψάλτες θεωρούσε αγγέλους. Όλη του η ζωή ήταν μια δέηση. Η ευχή είχε γίνει ένα με την αναπνοή του. Εκοιμήθη χαρούμενος, αφού άκουσε από τους Δανιηλαίους το Άξιον Έστι.

Ο Γέροντας Παΐσιος (+1994) στό ωραίο βιβλίο του «Αγιορείτες πατέρες και αγιορείτικα» αναφέρει αρκετές μορφές ησυχαστών, όπως τον παπα Τύχωνα (+1968),πού για «εργόχειρο» του είχε τις μετάνοιες και την ευχή, συγκάτοικους αγγέλους και αγίους και τή δοξολογία αέναη, έως τή μακαρία τελευτή του- τον Γέροντα Ευλόγιο (+1948), μαθητή τού Χατζηγιώργη, πού τηρούσε το αυστηρό τυπικό τής συνεχούς νηστείας και τής αέναης προσευχής κι είχε συχνές δαιμονικές επιθέσεις· τον Γέροντα Κοσμά τον Παντοκρατορινό (+1970), πού συνδύαζε πάντοτε την εργασία με την ευχή, με δάκρυα πότιζε τον κήπο τής μονής και τής ψυχής του- τον Γέροντα Πέτρο (+1958), πού διακρινόταν για την απλότητα και την ευλάβεια του, την αδιάλειπτη προσευχή, πού τού ήταν αυτενέργητη, και πού συχνά άκουγε γλυκιές ψαλμωδίες αγγέλων και τον έλουζε το άκτιστο φως· τον Γέροντα Αυγουστίνο (+1965), πού στα τέλη του η ζωή του ήταν πλημμυρισμένη θεία οράματα, προσευχές κι αέναα δάκρυα και κατά την εκδημία του έλαμψε το πρόσωπο του- και αρκετούς άλλους.

Ο ίδιος ο Γέροντας Παΐσιος ζούσε και χαιρόταν τή συνεχή ευλογία τής προσευχής, ασκούμενος ταπεινά και προσευχόμενος πολύωρα και καθημερινά για τις ανάγκες του πονεμένου κόσμου με μεγάλη αγάπη. Έλεγε: «Όταν ο άνθρωπος έχει την πνευματική του υγεία και απομακρύνεται άπό τους ανθρώπους, για να βοηθήσει περισσότερο και τους ανθρώπους με την προσευχή του, τότε όλους τους ανθρώπους τους θεωρεί αγίους και μόνο τον εαυτό του θεωρεί αμαρτωλό». Άλλοτε πάλι έλεγε: «Αν θέλεις να πιάσεις τον Θεό, για να σε ακούσει όταν προσευχηθείς, γύρισε το κουμπί στην ταπείνωσι, γιατί σ’ αυτή τή συχνότητα πάντα εργάζεται ο Θεός και ζήτησε ταπεινά το έλεός του».

Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής (+1959) αγωνίσθηκε κι έφθασε σε υψηλά μέτρα θεωρίας, μετά μακρά και πολύμοχθη άσκηση. Οι πολύτιμες επιστολές του διασώζουν εύγεστο μέλι τής πνευματικής του κυψέλης: «Αρχή τής πορείας πρός την καθαρά προσευχή, είναι η μάχη πρός τα πάθη. Είναι αδύνατο να γίνει πρόοδος στην ευχή Οσο ενεργούν τα πάθη. Παρ’ όλα αυτά δεν εμποδίζεται η παρουσία τής χάρης τής προσευχής, αρκεί να μήν υπάρχει αμέλεια και κενοδοξία». Άλλου έγραφε: «Όλη τή νύχτα προσεύχομαι και φωνάζω: Κύριε, η σώσε όλους τους αδελφούς, η σβήσε και εμένα. Δέν θέλω τον παράδεισο μόνος»! Αυτή είναι η αληθινή αγάπη τών μοναχών και η μεγαλύτερη ιεραποστολή, κοινωνική προσφορά και φιλανθρωπία.

Ο Γέροντας Σωφρόνιος (+1993) είναι ο θεολόγος τής προσευχής και ο προσευχόμενος θεολόγος, νηπτικός πατήρ, εξαίσιος άνθρωπος. Μας λέγει- η προσευχή είναι κοινωνία Θεού, διάλογος με τον Θεό, ομολογία τής αδυναμίας μας, επίσκεψη Θεού- η θεοεγκατάλειψη μας ωριμάζει- η σιωπή του Θεού μας φρονηματίζει και μας κάνει να υπομένουμε και να επιμένουμε, μας μαθαίνει να προσευχόμαστε- συνάντηση Θεού, γνώση Θεού, η αληθινή μετάνοια. Στό περίφημο βιβλίο του «Περί προσευχής» γράφει: «Κατά την επίκλησιν του Ονόματος του Ιησού Χριστού. Κατ΄ εκείνην την ώραν ηναγκάσθην να διακόψω την επίκλησιν του Ονόματος: Η ενέργεια αυτού ήτο καθ’ υπερβολήν ισχυρά. Η ψυχή άνευ λόγων, άνευ σκέψεων, εν τέλει εν τρόμω εκ τής εγγύτητος του Θεού. Τότε διηνοίχθη εις εμέ εν μέρει το μυστήριον τής ιερουργίας».

Ο Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης (+1991) παντού όπου κι αν πήγε ήταν με το κομποσχοίνι. Οι πολλοί του λόγοι ήταν μέσα άπό την προσευχή και για την προσευχή: «Όταν είμαστε στη Χάρη τού Θεού, τότε η προσευχή μας γίνεται καθαρή». Άλλοτε έλεγε σ΄ ένα πνευματικοπαίδι του: «Ξέρεις πόσο μεγάλη δωρεά είναι το ότι μας έδωσε ο Θεός το δικαίωμα να του μιλάμε κάθε ώρα και στιγμή και σε οποιαδήποτε θέση κι αν βρισκόμαστε; Εκείνος μας ακούει πάντα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη τιμή πού έχουμε». Να, πού μερικές φορές ησυχαστές συναντούμε και στην Αθήνα. Αλλά αυτό είναι το εξαιρετικά σπάνιο.

Ο Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης (+1998) είναι ο τελευταίος τών γνωστών κοιμηθέντων νεοησυχαστών Αγιορειτών πατέρων. Ασφαλώς και δεν εξαντλήσαμε διόλου τον ιερό αυτό κατάλογο με το παρόν άρθρο. Ο Θεός να βοηθήσει να επανέλθουμε. Ο παπα Εφραίμ με τή βιβλική μορφή του δίδασκε και δίχως να θέλει φανέρωνε τή μυστική του εργασία, τή μεγάλη του αγάπη στον αενάως επικαλούμενο Ιησού. Τα προσφιλή του θέματα ήταν κυρίως περί υπακοής και περί προσευχής. Η μεγαλύτερη μορφή αγάπης πρός τον Θεό και πρός τον πλησίον είναι διά τής προσευχής, έλεγε. Αγωνίσθηκε πολύ κι αξιώθηκε μεγάλων χαρισμάτων. Η ευχή του ας μας συνοδεύει, ώς και όλων τών μνημονευθέντων παραπάνω.

Ο ησυχασμός είναι ανάγκη να μελετηθεί βαθειά σήμερα, πού τάσεις εκκοσμικεύσεως και κοινωνικής υπερδραστηριότητος, άκρατου και απροετοίμαστου ιεραποστολισμού και πληθώρας πρόχειρων παρεμβάσεων στον κόσμο, επηρεάζουν όχι μόνο το σώμα τής αγίας μητέρας μας Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά και τον Ανατολικό Ορθόδοξο Μοναχισμό και μάλιστα τον αγιορείτικο. Η παράδοση τών σπλάχνων τού Αγίου Όρους πάντως παραμένει πιστεύουμε, ελπίζουμε και προσευχόμαστε, ανέπαφη και στα κοινόβια και στην έρημο. Καλούμεθα με κάθε κόστος και πολλές θυσίες να διατηρήσουμε τον ησυχαστικό χαρακτήρα τού Αγίου “Ορους, τον οποίο κυρίως έχει ανάγκη ο σύγχρονος κόσμος, παρά άπό οτιδήποτε άλλο, και πού θα τον έχει, θεωρούμε, μεγάλη ανάγκη και τον επόμενο αιώνα πού ανατέλει σε λίγο…

Πηγή: Περιοδικόν «Ο Όσιος Γρηγόριος», Τεύχος 24, σελ. 57-71

Έκδοσις Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου, Αγίου Όρους

Άγιον Όρος, 1999